|
Σύλλογος Βρεσθενιτών Σπάρτης "Τα Βρέσθενα" |
|
| Σύλλογος | Επικοινωνία | Βρέσθενα | Δραστηριότητες | Περιοδικό | Διάφορα | Νέα | |
|
Βρέσθενα : Η ιστορια των Βρεσθένων, Σπ. Π. Σπηλιάκου : Η μάχη της Σελλασία |
|
|
Η Ιστορία των
Βρεσθένων, Σπήλιου Π. Σπηλιάκου, 1928 Η μάχη αυτή καταλαμβάνει μεγάλη σελίδα της αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας, κάνοντας έτσι ονομαστή και την πόλη της Σελλασίας. Η μάχη έγινε στη θέση "Μνημπηγάδι", και με συνθήκες που θα αναφερθούν παρακάτω. Πολλοί ισχυρίζονται ότι η μάχη της Σελλασίας έγινε στα στενά ανάμεσα στον Παλιογουλά, το χάνι του Κρεββατά και το όρος Βαρβοσθένης . Αυτό όμως είναι φύσει αδύνατον, γιατί δεν ήταν δυνατόν να παραταχθούν εκεί περισσότεροι από πενήντα χιλιάδες στρατού. Ο ιστορικός Πολύβιος, περιγράφει ότι αυτή η μάχη έγινε στην τωρινή θέση "Μνημπηγάδι". Εξ' άλλου, η εύρεση αρχαίων τάφων σ' αυτή τη θέση, δεν εξηγείται αλλιώς, παρά από το να παραδεχτούμε ότι εκεί έγινε η μάχη της Σελλασίας. Ο κ. Αριστοτέλης Σπηλιάκος μάς πληροφορεί ότι σ' αυτή τη θέση, στο κτήμα του, βρήκε τα οστά τριών νεκρών, που είχαν θαφτεί μαζί, μια πήλινη χύτρα και ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια. Και άλλα επίσης παρόμοια βρέθηκαν σ' αυτή τη θέση. Προκειμένου όμως να φτάσουμε μέχρι τη μάχη της Σελλασίας, θα κάνουμε μια μικρή εισαγωγή από την Ελληνική Ιστορία. Το έτος 241 π.Χ. , ο Άγις Δ΄ ο Ευρυποντίδης, ο ένας από τους δύο συμβασιλείς της Σπάρτης ( ο άλλος ήταν ο Λεωνίδας ο Αγίδης ), θανατώθηκε, στην προσπάθειά του να μεταρρυθμίσει το πολίτευμα της Σπάρτης, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Λυκούργου. Μετά το θάνατό του ο Λεωνίδας ανάγκασε το γιο του Κλεομένη τον Γ΄ να παντρευτεί με τη χήρα του Άγιδος Δ΄, την Αγιάτιδα, γιατί ήταν κληρονόμος μεγάλης περιουσίας. Ο Κλεομένης, που έγινε βασιλιάς μετά το θάνατο του πατέρα του Λεωνίδα, ενθουσιασμένος από τα σχέδια του Άγιδος και ίσως επηρεασμένος από τις προτροπές της Αγιάτιδας, προσπάθησε να πραγματοποιήσει δύο πράγματα: να ενισχύσει εσωτερικά το πολίτευμα της Σπάρτης και να εντάξει τη Σπάρτη στην Αχαϊκή Συμπολιτεία, με σκοπό να έχει η Σπάρτη την ηγεμονία. Και τα δύο όμως αυτά ήταν δύσκολο να πραγματοποιηθούν. Για το πρώτο, είδαμε ποια ήταν η τύχη του Άγιδος. Και για το δεύτερο, ο βασιλιάς των Αχαιών Άρατος ήταν αδύνατο να παραχωρήσει εύκολα το αξίωμά του (ηγεμονία) στον Κλεομένη. Προετοίμασε λοιπόν ο Κλεομένης το έργο του, εισβάλλοντας στην Αρκαδία και καταλαμβάνοντας τη Μαντινεία, την Τεγέα και τον Ορχομενό, πόλεις που ανήκαν στους Αιτωλούς, αλλά που ήταν απαραίτητες στο βασιλιά της Σπάρτης, για να εκπληρώσει την επιθυμία του. Ο Άρατος, που κατάλαβε τις προθέσεις του Κλεομένη, αποφάσισε να τον ανακόψει, εισβάλλοντας, απόντος του Κλεομένη, στην Αρκαδία το έτος 227 π.Χ. Αναγκάστηκε όμως να υποχωρήσει και την επόμενη χρονιά εκδιώχθηκε και από την Ήλιδα. Μετά από λίγο ο Κλεομένης κατατρόπωσε τον Άρατο ολοσχερώς στα Λεύκτρα, κοντά στη Μεγαλόπολη. Τότε, θεώρησε κατάλληλη την ευκαιρία να μεταρρυθμίσει το πολίτευμα της Σπάρτης, αφού μάλιστα δολοφόνησε τον συμβασιλέα Αρχίδαμο (αδελφό του Άγιδος), τους Εφόρους (που αντιδρούσαν στις μεταρρυθμίσεις) και όσους Σπαρτιάτες έτρεξαν να τους βοηθήσουν. Αφού μεταρρύθμισε το πολίτευμα και αναγόρευσε σε συμβασιλέα τον αδελφό του Ευκλείδη, στράφηκε στην πραγματοποίηση του δεύτερου στόχου του. Εκπόρθησε τη Μεγαλόπολη και εισέβαλε στην Αχαΐα, όπου νίκησε κατά κράτος τους Αχαιούς και τους Δύμας. Οι Αχαιοί ευχαρίστως θα παρέδιδαν την ηγεμονία στη Σπάρτη, αν δεν αντιδρούσε σ' αυτό ο Άρατος. Γι' αυτό ο Κλεομένης συνέχισε τις εχθροπραξίες και κυρίευσε την Παλλήνη, τις Καρύες (Αχαϊκές πόλεις), πολλά Αρκαδικά χωριά των Αχαιών αλλά και το ίδιο το Άργος. Αμέσως μετά προσχώρησαν οικειοθελώς στη Σπάρτη ο Φλιούς, οι Κλεωνές, η Επίδαυρος και η Ερμιόνη. Κυρίευσε και την Κόρινθο, όχι όμως και το φρούριο (Ακροκόρινθο), που εξακολουθούσε να ανήκει στους Αχαιούς. Οι Αχαιοί, βλέποντας τον κίνδυνο και θεωρώντας και την Κόρινθο φιλικά προσκείμενη στους Λάκωνες, αναγόρευσαν τον Άρατο σε στρατηγό αυτοκράτορα. Αυτός, συνεννοημένος από καιρό με το βασιλιά της Μακεδονίας Αντίγονο, - γιατί απ' αυτόν και μόνο ήλπιζε σε βοήθεια- επισπεύδει την παράδοση του Ακροκόρινθου σ' αυτόν. Φτάνει λοιπόν ο Αντίγονος στον Ισθμό, προερχόμενος από τη Θεσσαλία, την άνοιξη του 223 π.Χ., με 21.400 άνδρες. Και ναι μεν ηττάται κοντά στο Λέχαιο, επειδή όμως επαναστάτησε το Άργος, αναγκάστηκε ο Κλεομένης , για να μη βρεθεί μεταξύ δύο πυρών, να ξαναγυρίσει στη Σπάρτη και να προετοιμαστεί καλλίτερα για τον επικείμενο κρίσιμο αγώνα. Εν τω μεταξύ, ο Αντίγονος κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, προχώρησε στο Άργος και από εκεί έφτασε στη Μεγαλόπολη, απ' όπου εκδίωξε τη φρουρά των Σπαρτιατών και επέστρεψε στο Αίγιο, όπου αναγορεύτηκε από τους Αχαιούς ηγεμόνας όλων των συμμάχων. Εισβάλλοντας αμέσως στην Αρκαδία κυρίευσε την Τεγέα, τον Ορχομενό και τη Μαντινεία και σκότωσε ή εξανάγκασε σε εξορία τους κατοίκους, επειδή αποστάτησαν από τους Αχαιούς. Μετονόμασε τη Μαντινεία σε "Αντιγόνεια" και τη δώρισε στους Αργείους, κοντά στους οποίους και πέρασε το χειμώνα του 223-222 π.Χ. Αλλά και ο Κλεομένης δεν έμεινε αδρανής. Ζήτησε τη βοήθεια του Πτολεμαίου του Γ΄ ,(του επικαλούμενου "Ευεργέτη"), που βασίλευε τότε στην Αίγυπτο, για να αυξήσει το στρατό του και να εξοικονομήσει χρήματα. Επίσης ανακήρυξε ελεύθερο, ως περίοικο, κάθε είλωτα, που θα ήθελε να καταβάλει 5 μνας (νομισματική μονάδα της εποχής). Μ' αυτό τον τρόπο εισέπραξε 500 τάλαντα και αφού εξόπλισε 2000 άνδρες στράφηκε προς τη Μεγαλόπολη και την κατέλαβε. Επειδή όμως οι Μεγαλοπολίτες δεν ήθελαν να υποταχθούν στον Κλεομένη, γιατί φοβόντουσαν τον Αντίγονο, ο Κλεομένης, θέλοντας να αποδώσει αντίποινα για την καταστροφή της Μαντινείας από τον Αντίγονο, κατέσκαψε και λεηλάτησε τη Μεγαλόπολη, για να εξοικονομήσει και άλλα χρήματα που τα είχε ανάγκη για τη συντήρηση του στρατού. Αμέσως μετά εισέβαλε στην Αργολική και, αφού τη λεηλάτησε, επέστρεψε ανενόχλητος στη Σπάρτη, μιας και ο Αντίγονος ξεχειμώνιαζε στο Άργος. Όταν ήρθε το καλοκαίρι και συνήλθαν οι Αχαιοί από το χειμώνα, αφού ανέλαβε την αρχηγία της στρατιάς ο Αντίγονος, προχώρησε με τους συμμάχους του προς τη Λακωνική, έχοντας "Μακεδόνας μεν μυρίους, πελταστάς τρισχιλίους, ιππείς τριακοσίους, Αδριάνους δε και Γαλάτας δισχιλίους και άλλους συμμάχους και μισθοφόρους καθοπλισμένους κατά τον Μακεδονικόν τρόπον, συμπορευομένους όλους εις εξακισχιλίους εξακοσίους πεζούς και τριακοσίους ιππείς". Η συνολική δύναμή του αποτελείτο από 28.000 πεζούς και 1.200 ιππείς. Αλλά και ο Κλεομένης, περιμένοντας την έφοδο, ασφάλισε τις προσβάσεις προς τη Λακωνική, ανοίγοντας τάφρους και κόβοντας δέντρα, ο ίδιος δε στρατοπέδευσε με τη στρατιά του - που αποτελείτο από 20.000 άνδρες - στη Σελλασία, γιατί είχε πληροφορηθεί ότι από εκεί θα περνούσε ο στρατός του Αντίγονου, πράγμα που συνέβη. Εκεί υπάρχουν δύο λόφοι , που ονομάζονται Όλυμπος και Εύας και μεταξύ τους, κοντά στον ποταμό Οινούντα, περνάει δρόμος που οδηγεί στη Σπάρτη. Ο Κλεομένης, αφού άνοιξε τάφρους γύρω και από τους δύο λόφους, παρέταξε στον μεν Εύα τους περιοίκους συμμάχους υπό τον αδελφό του Ευκλείδη, ο ίδιος δε κατέλαβε με τους Λακεδαιμονίους και τους μισθοφόρους τον Όλυμπο. Δεξιά και αριστερά του δρόμου, κοντά στο ποτάμι, παρέταξε τους ιππείς και ένα μέρος των μισθοφόρων. Στη μάχη που δόθηκε εκεί, το καλοκαίρι του 222 π.Χ., κατατροπώθηκαν ολοσχερώς τα στρατεύματα των Λακεδαιμονίων. Ο Ευκλείδης σκοτώθηκε. Ο Κλεομένης τράπηκε σε φυγή με λίγους ιππείς και, αφού σώθηκε, κατόρθωσε να φτάσει στο Γύθειο και να αποπλεύσει για την Αίγυπτο, προκειμένου να συνάψει συμμαχία με το βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίο τον Γ΄ και να ανακαταλάβει τα πατρικά εδάφη. Τα σχέδιά του όμως απέτυχαν, γιατί κατηγορήθηκε ότι συνωμοτούσε εναντίον του Πτολεμαίου, οπότε συνελήφθη και κλείστηκε στις φυλακές, όπου και αυτοκτόνησε. Μετά τη μάχη της Σελλασίας καταλύθηκε - όπως είπαμε - η βασιλεία στη Σπάρτη και η εξουσία πέρασε σε ανθρώπους βάρβαρους και αιμοσταγείς, που εκδικήθηκαν για όσα αδικήματα είχαν διαπραχθεί από τη βασιλεία, αιώνες πριν. Το πολίτευμα της Σπάρτης μετατράπηκε σε τυραννία και πρώτος τύραννός της έγινε ο Μαχανίδας. Αυτόν διαδέχθηκε ο Νάβις, που έβαλε οριστικό τέλος στην ένδοξη και μεγαλειώδη ιστορία αυτής της αρχαίας Δωρικής στρατιωτικής Πολιτείας, της Σπάρτης. Ο χαρακτήρας του ήταν άστατος και την παραμονή του στην εξουσία τη στήριξε στο αίμα και τη χυδαιότητα. Αφού συμμάχησε με τους Κρήτες πειρατές, λυμαινόταν τη Λακωνική θάλασσα, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να κινήσει το μίσος των άλλων Πολιτειών. Πρώτα οι Αχαιοί, υπό τον Φιλοποίμενα, θέλησαν να υποστηρίξουν τα δικαιώματά τους και ήρθαν σε σύγκρουση μ' αυτόν σε μάχη που έγινε στο δάσος του Σκοτίτα, στα όρια Τεγέας, Αργολίδας και Λακωνικής, όπου και προξένησαν μεγάλη καταστροφή στους Σπαρτιάτες. Αργότερα όμως, ο Νάβις συμμάχησε με το Φίλιππο τον Μακεδόνα, ο οποίος μάλιστα (Φίλιππος) του παραχώρησε το Άργος, θέλοντας έτσι να τον καταστήσει εχθρό των Ρωμαίων. Ο Νάβις, αν και του παραχωρήθηκε το Άργος, δεν έμεινε πιστός στο Φίλιππο και αφού ήρθε σε συνεννόηση με τον Ύπατο της Ρώμης Φλαμινίνο, απέστειλε στο Ρωμαϊκό στρατό 10.000 Κρήτες, αλλά παρ' όλα αυτά δεν δίσταζε να συλλαμβάνει τα Ρωμαϊκά μεταγωγικά στη Λακωνική θάλασσα. Ο Φλαμινίνος, φοβούμενος το χαρακτήρα του Νάβιδος, αποφάσισε πόλεμο εναντίον του. Έτσι, Ρωμαϊκός στρατός από 50.000 άνδρες ήρθε στην Πελοπόννησο και, αφού ενώθηκε με 10.000 πεζούς και 1.000 ιππείς Αχαιούς, πολιόρκησε το Άργος. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατό να κυριευτεί γρήγορα το Άργος, ο Φλαμινίνος βάδισε προς τη Λακωνική και κοντά στις Καρυές ενώθηκε με τα υπόλοιπα Ελληνικά επικουρικά στρατεύματα και κινήθηκε εναντίον της Σπάρτης. Ο Νάβις, αφού οχύρωσε την πόλη, αντιστάθηκε για αρκετό χρόνο, αναγκάζοντας το Φλαμινίνο να σκεφτεί να εγκαταλείψει τον αγώνα. Πιεζόμενος όμως από τα στρατεύματά του, ο Νάβις αναγκάστηκε να συνάψει ταπεινωτική ειρήνη με τους Ρωμαίους και να τους παραχωρήσει πολλές από τις κτήσεις του στην Κρήτη και τα παράλια της Λακωνικής. Μετά από λίγα χρόνια, ο Νάβις θέλησε να ανακτήσει τις παραλιακές Λακωνικές πόλεις. Βρέθηκε όμως αντιμέτωπος με τον Φιλοποίμενα, εκλεγμένο στρατηγό των Αχαιών, που εισέβαλε από τη θάλασσα στη Λακωνία και, αφού τη λεηλάτησε, έφτασε στην Τεγέα, με σκοπό να συγκεντρώσει στρατό και έτσι να εξαναγκάσει το Νάβιδα να εγκαταλείψει την πολιορκία του Γυθείου. Ο Νάβις όμως , αφού κυρίευσε το Γύθειο, επετέθη εναντίον του Φιλοποίμενος και συνεπλάκη μ' αυτόν σε μάχη κοντά στο όρος Βαρβοσθένης, στις δυτικές πλαγιές του Πάρνωνα, κοντά στη Σελλασία. Ο Νάβις κατατροπώθηκε ολοσχερώς από τον Φιλοποίμενα και ξαναγύρισε στη Σπάρτη με μόλις το ένα τέταρτο του στρατού του. Έτσι, σιγά - σιγά, η Σπάρτη άρχισε να καταρρέει μέχρις ότου, τελικά, υποτάχτηκε στους Ρωμαίους. |
|
| < Επιστροφή | |