|
Σύλλογος Βρεσθενιτών Σπάρτης "Τα Βρέσθενα" |
|
| Σύλλογος | Επικοινωνία | Βρέσθενα | Δραστηριότητες | Περιοδικό | Διάφορα | Νέα | |
|
Βρέσθενα : Η ιστορια των Βρεσθένων, Σπ. Π. Σπηλιάκου : Καρδαμάς |
|
|
Η Ιστορία των
Βρεσθένων, Σπήλιου Π. Σπηλιάκου, 1928 Είδαμε ποια ήταν η κατάσταση γενικά στη Σπάρτη από τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα μέχρι τον 1ο μ.Χ. αιώνα, οπότε ολόκληρη σχεδόν η Ελλάδα είχε υποταχθεί στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Στις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., ανήλθε στο Ρωμαϊκό θρόνο ο Αδριανός, ο οποίος έδειξε εξαιρετικά ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ευρωπαϊκή Ελλάδα. Οι κάτοικοι όμως της Λακωνικής πρωτεύουσας είχαν διασκορπιστεί και είχαν χτίσει διάφορους συνοικισμούς, ιδιαίτερα προς ανατολάς. Είναι παρατηρημένο ότι οι υπόδουλοι λαοί επιλέγουν ως τόπο οριστικής διαμονής τους τα ορεινά μέρη και μάλιστα αυτά που βρίσκονται μακριά από το κέντρο της Διοίκησης, όπου, αν και υπόδουλοι, μπορούν - κατά κάποιο τρόπο - να επικοινωνούν και να εργάζονται ελεύθερα. Αυτό ασφαλώς συνέβη και μετά την παρακμή της Σπάρτης και την υποταγή της Λακεδαίμονος στους Ρωμαίους. Οι κάτοικοι της Σπάρτης αλλά και όσοι κατοικούσαν γύρω απ' αυτή κατευθύνθηκαν προς τα ορεινά μέρη και επειδή στις πλευρές του Ταϋγέτου δεν εύρισκαν εδάφη γόνιμα και προσοδοφόρα, για να τα καλλιεργούν και να συντηρούνται, κατευθύνθηκαν ανατολικά και κατοίκησαν στις λοφοσειρές του Πάρνωνα όπου εκεί έχτισαν συνοικισμούς μικρούς και μεγάλους, στους οποίους από τότε εγκαταστάθηκαν μόνιμα. Κατά την εποχή εκείνη , ασφαλώς, χτίστηκε και ο Καρδαμάς, για τον οποίο δεν έχουμε, δυστυχώς, κανένα ιστορικό γεγονός, πάνω στο οποίο να βασιστούμε, για να εξερευνήσουμε την ιστορία αυτού του χωριού. Έτσι θα ασχοληθούμε με όσα μας έχει τροφοδοτήσει η παράδοση και η επιτόπια μελέτη του χώρου. Καρδαμάς ή Καρδαμίτσια είναι μια τοποθεσία βορειοανατολικά των Βρεσθένων, που απέχει 2,5 - 3 χιλιόμετρα απ' αυτά. Το πότε χτίστηκαν μας είναι άγνωστο, το ότι όμως υπήρχε αυτός ο συνοικισμός είναι αναμφισβήτητο από το γεγονός ότι στο μέρος αυτό βρίσκονται βάσεις οικιών και πλήθος κτερισμάτων. Αλλά και η παράδοση για τον Καρδαμά φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Η παράδοση θέλει την ύπαρξη αυτού του συνοικισμού κατά τους χρόνους πριν την κτίση των Βρεσθένων, όμως πιστεύουμε ότι ήταν πολύ παλαιότερος. Κι αυτό το συμπεραίνουμε από το ότι βρέθηκαν εκεί διάφορα αρχαία νομίσματα και μάλιστα νόμισμα του Αδριανού, δηλαδή νόμισμα του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στο νόμισμα αυτό, στη μια όψη εικονίζεται η κεφαλή του Αυτοκράτορα, με γύρω τα γράμματα ΑΔΡΙΑΝΟΣ και στην άλλη όψη ένα ελάφι. Είναι γνωστό ότι οι Σπαρτιάτες, ποιος ξέρει για ποια ευεργεσία, έκοψαν νόμισμα προς τιμήν του Αδριανού. Δεν γνωρίζουμε αν αυτό το νόμισμα είναι το ίδιο μ' αυτό που βρέθηκε στον Καρδαμά, πάντως όμως ήταν του Αδριανού, που ήκμασε στις αρχές του 2ου αιώνα ( 117 - 138 μ.Χ. ). Η νεώτερη επιστήμη, για να προσδιορίσει την κτίση μιας πόλης, δεν βασίζεται στην εύρεση νομισμάτων, γιατί αυτά μπορεί να έχουν μεταφερθεί σε πολύ μεταγενέστερη εποχή. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει να παραδεχτούμε ότι ο Καρδαμάς ήταν αρχαίος συνοικισμός, που μάλιστα διατηρήθηκε για πολλούς αιώνες, όπως θα δούμε παρακάτω. Με την ετυμολογία της λέξης "Καρδαμάς" δεν θα ασχοληθούμε πολύ. Πάντως, αν παραδεχτούμε ότι το αρχικό όνομα του χωριού ήταν αυτό, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι είναι λέξη Δωρική, λόγω της χρήσης του γράμματος "α". Επίσης είναι γνωστή η αρχαία Λακωνική πόλη Καρδαμύλη και πιθανόν η λέξη Καρδαμάς να είναι παραμόρφωση της λέξης Καρδαμύλη, παράγωγος δηλαδή αυτής, οπότε δεχόμαστε την πιθανότητα ότι οι κάτοικοι της Καρδαμύλης μετοίκησαν και έχτισαν το συνοικισμό σ' εκείνο το μέρος και ότι ονόμασαν το συνοικισμό από το όνομα της μητρόπολης (Καρδαμύλη) στη Δωρική διάλεκτο (Καρδαμάς). Δε θέλουμε να παραδεχτούμε ότι οπωσδήποτε έτσι έχουν τα πράγματα, απλώς μόνο εκφράζουμε μια πιθανότητα. Στη νεότερη Ελληνική γλώσσα, υπάρχουν οι λέξεις καρδαμίνη και κάρδαμο για ένα χόρτο που φυτρώνει άφθονο σ' αυτό το μέρος. Επίσης η λέξη καρδαμώνω, που σημαίνει αναζωογονούμαι. Πάντως για την προέλευση της λέξης "Καρδαμάς" δεν μπορούμε σίγουρα να αποφανθούμε. Το χωριό Καρδαμάς ήταν χτισμένο στον ομώνυμο λόφο και μάλιστα στην προς βορρά πλευρά του, αμφιθεατρικά. Άλλοι λόφοι περιστοιχίζουν αυτό το μέρος, σαν είδος αρχαίου Ελληνικού θεάτρου, που η βάση του (έκτασης αρκετών στρεμμάτων) έχει έξοδο προς το βορειοδυτικό μέρος. Ας μας επιτραπεί να σημειώσουμε εδώ ότι στους πρόποδες του λόφου που βρίσκεται προς νότο και ακριβώς στη βάση του, υπάρχει πηγή που ονομάζεται Λουλακιά και από την οποία αρδεύονται όλα τα γύρω κτήματα. Όπως είπαμε, είναι άγνωστο πότε χτίστηκε ο Καρδαμάς και ούτε μπορούμε να αποφανθούμε για την ακμή του. Φαίνεται ότι ο συνοικισμός επεκτεινόταν μέχρι την ανατολική πλευρά και ακόμα σ' ολόκληρη τη βάση. Αυτό το συμπεραίνουμε από το ότι σ' ολόκληρη την περιφέρεια, αλλά προ παντός στη βόρεια και προς την ανατολική πλευρά υπάρχει πληθώρα κεραμιδιών, ακόμα δε σώζονται και οι βάσεις, τα θεμέλια, μικρών οικιών. Το μέρος αυτό παρέμεινε όπως ήταν τότε, αφού ο σωρός από τις πέτρες δεν επιτρέπει στο αλέτρι του γεωργού να διαπεράσει τη γη και πιστεύουμε ότι, αν γινόντουσαν μικρές ανασκαφές, ασφαλώς θα βρισκόντουσαν πολλά πράγματα εκείνης της εποχής και , πιθανόν, μετά την εύρεση τέτοιων αντικειμένων, να μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την ακμή αυτού του συνοικισμού. Φαίνεται όμως ότι ήκμασε κάποτε αυτός ο συνοικισμός και ότι εκεί είχε συσσωρευτεί πολύς πλούτος, γιατί η παράδοση μας αναφέρει πολλά για τον πλούτο του Καρδαμά και προ παντός το μύθο του Αράπη. Επικρατεί ακόμα η άποψη από τους Βρεσθενίτες και μάλιστα από τους γεροντότερους ότι υπάρχουν πολλά λεφτά στον Καρδαμά, τα οποία έχει κρύψει ο Αράπης στη Λουλακιά. Μια φορά δε το χρόνο, άγνωστο πότε, τα βγάζει ο Αράπης για να βοσκήσουν! Λέγεται ακόμα ότι ο μακαρίτης Γ. Α. Σπηλιάκος, μια φορά που άκουσε τα λεφτά να βόσκουν, πέταξε την κάπα του και σκέπασε μερικά!! Επίσης λέγεται ότι, μετά την απελευθέρωση του Έθνους το 1821, μια Τούρκισσα είπε ότι υπάρχει εκεί κρυμμένος θησαυρός " στην αποσκιαδερή μεριά ", αλλά η τοποθεσία είναι τέτοια, ώστε αποσκιαδερή μεριά προ μεσημβρίας είναι η ανατολική, ενώ μετά μεσημβρίας είναι η δυτική. Εδώ όμως η παράδοση αντιτίθεται στον εαυτό της, αφού από τη μια μεριά θέλει τον Καρδαμά να υπάρχει πριν από την κτίση των Βρεσθένων και τώρα μας λεει ότι υπήρχε μέχρι το 1821 και ότι εκεί κατοικούσαν Τούρκοι. Αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί αν ο Καρδαμάς σωζόταν μέχρι τότε, θα είχαμε να γράψουμε πολλά γι' αυτόν. Όταν ρώτησα κάποτε τη μακαρίτισσα Βασιλική Βάκα, που έζησε την εποχή εκείνη, μου είπε "λέγανε ότι εκεί ήτανε το χωριό πρώτα και ότι κατόπιν εχωρίσανε και άλλοι πήγανε κι έχτισαν τη Μεγάλη Βρύση κι άλλοι έχτισαν το χωριό" και μου διηγήθηκε στη συνέχεια την παράδοση του τράγου, που αναφέραμε στην εισαγωγή μας, την παράδοση των στοιχειών, που θα μας δοθεί η ευκαιρία να γράψουμε αργότερα και την παράδοση του Αράπη. Ο Καρδαμάς, μετά την κτίση του, διατηρήθηκε για πολύ, πιστεύουμε δε ότι διατηρήθηκε μέχρι την εποχή που υποδουλώθηκε το Ελληνικό έθνος στους Τούρκους. Και ναι μεν, και με το δίκιο του, κάποιος θα μου έλεγε ότι οπωσδήποτε κάπου θ' αναφερόταν ο Καρδαμάς, αλλά αυτός χτίστηκε σε συνθήκες πολύ διαφορετικές και έζησε σε εποχή παρακμής. Αν δε και αργότερα, στην ακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, δεν αναφέρεται πουθενά, τούτο οφείλεται στο ότι όλοι οι ιστορικοί, που ήταν κυρίως χρονογράφοι, δεν ασχολήθηκαν παρά με το Μυστρά και τα σχετικά μ' αυτόν και όχι με τον Καρδαμά, γιατί αυτός απείχε από το Μυστρά περίπου 40 χιλιόμετρα και δεν θα τους δόθηκε η ευκαιρία να τον εξετάσουν. Φαίνεται όμως ότι αναφέρεται από κάποιον ιστορικό, ίσως ξένο, - καθώς μου έλεγε ο αξιότιμος κ. Γ. Ν. Δημαράς - γιατί πολλές φορές ζητήθηκε η τοποθεσία από ξένους αρχαιολόγους και αρχαιοδίφες που επισκέπτονται το Μυστρά. Πάντως, έχουμε τη γνώμη ότι το χωριό χτίστηκε κατά την εποχή που οι Ρωμαίοι είχαν καταλάβει την Πελοπόννησο, δηλαδή τον 1ο π.Χ. αιώνα ή τον 1ο μ.Χ. αιώνα και οι κάτοικοί του, γεωργοί και ποιμένες, δεν ασχολήθηκαν με τον πολιτισμό και έτσι δεν προσήλκυσαν τα βλέμματα τόσο των ιστορικών όσο και των κατακτητών. Αργότερα, όταν έγινε η πρώτη επιδρομή των Σλάβων, οι κατακτητές (Ρωμαίοι) διέκριναν αυτό το μέρος και ή συγχωνεύτηκαν με τους κατοίκους ή ακόμα κατευθύνθηκαν προς άλλα περισσότερο γόνιμα μέρη και έχτισαν νέους συνοικισμούς. Ο πρώτος εποικισμός των Σλάβων συνέβη τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Οι έποικοι αυτοί εγκαταστάθηκαν στα μέρη που ερημώθηκαν από το λοιμό που ενέσκηψε τότε στην Ελληνική χερσόνησο. Ο λοιμός εμφανίστηκε αρχικά στη Μονεμβασιά και κατόπιν εξαπλώθηκε σε ολόκληρη τη Λακωνική πεδιάδα. Δεν νομίζουμε όμως ότι θα έφτασε μέχρι τον Καρδαμά, γιατί το κλίμα αφ' ενός είναι ορεινό και υγιεινό και οι κάτοικοί του άντεχαν και ήταν σκληραγωγημένοι, αλλά και δεν ερχόντουσαν συχνά σε επικοινωνία με τους κατοίκους των πεδινών μερών της Λακεδαίμονος. Κατά συνέπεια, όταν οι Σλάβοι κατέβηκαν στη Λακωνική, κατέλαβαν τα πεδινά και πιο εύφορα μέρη, αλλά κι αν κατευθύνθηκαν και προς τα ορεινά μέρη, απωθήθηκαν από τους κατοίκους τους, που λόγω των αλλεπάλληλων επιδρομών και ίσως τρομοκρατημένοι από το λοιμό είχαν καταλάβει τα ορεινά μέρη και ήταν πολυαριθμότεροι. Οι Σλάβοι λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να καταλάβουν τα ορεινά και άγονα μέρη μιας και τους προσφερόταν ολόκληρη η πεδιάδα της Λακεδαίμονος και, αν κάποιοι απ' αυτούς, λόγω της φύσης τους, κατέλαβαν ορεινά μέρη, συγχωνεύτηκαν με τους ιθαγενείς ή - όπως μας λεει η ιστορία - έχτισαν δικούς τους συνοικισμούς και έγιναν φόρου υποτελείς στο Βυζαντινό Κράτος, μέχρις ότου τελικά, αφού αποστάτησαν, εκδιώχθηκαν από τα στρατεύματα του αυτοκράτορα Ρωμανού στις αρχές του 10ου μ.Χ. αιώνα και ξεκαθάρισε η χώρα από το Σλαβικό στοιχείο. Άρα, η εποίκηση αυτή των Σλάβων δεν είχε καμιά επίδραση στους κατοίκους του Καρδαμά που εξακολούθησαν να ζουν όπως και πριν. Ο αείμνηστος ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος, στο σημείο αυτό, γράφει σχετικά τα εξής: "Το μεσαιωνικόν ημών κράτος, απηρτίσθη δια συνδυασμού ποικίλων φυλών. Πρώτη εθνική βάσις εις το κύριον αυτού μέρος υπήρξεν η Ελληνική φυλή ήτις κατείχε τας προς μεσημβρίαν του Ολύμπου και των Κεραυνίων ορέων μέχρι του Ταινάρου χώρας. Σλάβοι λοιπόν και Βλάχοι και Αλβανοί ήσαν τα κυριώτερα φύλα όσα κατώκουν παρ' Έλλησι κατά την 10ην και 11ην εκατονταετηρίδα. Αι Σλαβικαί φυλαί εξαπέστειλαν προϊόντος του χρόνου πολυαρίθμους αποικίας εις τας μεσημβρινωτέρας χώρας μέχρις αυτής της Πελοποννήσου. Είναι αληθές ότι εις την Μακεδονίαν, Θεσσαλίαν, Ήπειρον, κυρίως Ελλάδα και Πελοπόννησον ουδέποτε επεκράτησαν όπως εις τας βορειοτέρας χώρας ιδίως εις την Σερβίαν και Βουλγαρίαν. Προς νότον μάλιστα του Ολύμπου και των Κεραυνίων ορέων εντελώς συνεχωνεύθησαν δια του χρόνου εντός της Ελληνικής φυλής. Οι Σλάβοι κατέλαβον ουκ ολίγας των Ελληνικών χωρών και ιδίως τας εκτός των πόλεων χώρας τούτο δε το συμπέρασμα ενισχύεται εκ του ότι πολλά υπάρχουσι σλαβικά ονόματα, ορέων, ποταμών κωμών και χωρίων". Το ότι στην περιφέρεια του Οινούντος κατοίκησαν Σλάβοι ενισχύεται και από το ότι υπάρχουν διάφορα σλαβικά ονόματα τοποθεσιών και κωμοπόλεων (1), δεδομένου όμως ότι οι τοποθεσίες αυτές βρίσκονται σε απόσταση από τον Καρδαμά, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι οι Σλάβοι δεν απώθησαν τους κατοίκους του, αλλά κατοίκησαν σε άλλα μέρη γύρω από τον Καρδαμά. Όταν όμως αποστάτησαν, το έτος 807 μ.Χ., και κατατροπώθηκαν, έγιναν δουλοπάροικοι της Μητρόπολης Πατρών και με τον καιρό συγχωνεύτηκαν με τους κατοίκους. Πάντως, ως προς το σημείο αυτό, δεν έχουμε αποδείξεις, πάνω στις οποίες να στηριχτούμε και να βγάλουμε ακριβή συμπεράσματα. Μετά τον εποικισμό των Σλάβων, ακολούθησε η κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Φράγκους. Οι Φράγκοι, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης απ' αυτούς, το 1204 μ.Χ., στράφηκαν προς την κατάληψη και άλλων επαρχιών του Κράτους και μάλιστα της Πελοποννήσου. Όταν κατακτήθηκε από τον Γουλιέλμο τον Α΄ , το 1205 - 1209 μ.Χ., ολόκληρη η Πελοπόννησος διαιρέθηκε σε 12 βαρονίες και 94 φέουδα. Η εγκατάσταση των Φράγκων ήταν ουσιαστικά κατάκτηση και όλοι οι ιθαγενείς ήταν υποταγμένοι και περιορίζονταν από τους κατακτητές. Είναι όμως γνωστό ότι προηγήθηκαν αντιστάσεις, που είχαν σαν επακόλουθο την ερήμωση χωριών, είτε γιατί οι κατακτητές εγκαταστάθηκαν σ' αυτά, είτε γιατί οι κάτοικοι τα εγκατέλειψαν. Η κατάκτηση αυτή είχε μεγάλη επίδραση στον Ελληνισμό της Πελοποννήσου. Οι κατακτητές, αφού διαμοιράστηκαν μεταξύ τους τα φέουδα, εξαπλώθηκαν παντού και φερόντουσαν πλέον στους ιθαγενείς όπως σε δούλους. Τα υπάρχοντα Ελληνικά φρούρια κατελήφθησαν, αλλά χτίστηκαν και νέα που είναι γνωστά σήμερα σαν Βενετικά κάστρα. Την εποχή αυτή χτίστηκε ( επί Γουλιέλμου του Β΄ ) το κάστρο του Μυστρά καθώς και πολλά άλλα. Μετά από λίγο όμως, όταν ανακτήθηκε η Κωνσταντινούπολη από τον Αλέξιο Στρατηγόπουλο, ανακτήθηκε συγχρόνως και ολόκληρη η Φραγκοκρατούμενη Ελλάδα και φυσικά η Πελοπόννησος. Τότε συνελήφθη αιχμάλωτος ο Γουλιέλμος ο Β΄ και, αφού συνυπέγραψε ειρήνη με τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Μιχαήλ Παλαιολόγο, του παρέδωσε τα φρούρια της Μονεμβασιάς και του Μυστρά. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος έδωσε μεγάλη προσοχή στις νέες κτήσεις του στην Πελοπόννησο και έκανε το Μυστρά δεύτερη πρωτεύουσα του Κράτους, διόρισε μάλιστα και άρχοντα, με ετήσια θητεία, που ήταν ιεραρχικά πρώτος μετά τον Αυτοκράτορα και είχε τη δικαιοδοσία να εκδίδει αργυρόβουλα διατάγματα. Το έτος 1308 μ.Χ., ο Αυτοκράτορας Ανδρόνικος Παλαιολόγος αντικατέστησε την ετήσια θητεία με ισόβια. Την εποχή αυτή, πιθανόν όμως και πολύ πριν απ' αυτή, πιστεύουμε ότι χτίστηκε και η μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Βρέσθενα, όπως θα αναφερθούμε αργότερα , στο οικείο κεφάλαιο. Ίχνη από το πέρασμά τους, οι Φράγκοι, εκτός από τα φρούρια που έχτισαν στην κατακτηθείσα χώρα, άφησαν ακόμα και στη γλώσσα. Λέξεις Φραγκικές υπάρχουν σήμερα πολλές σε μας και μαρτυρούν ότι η κατάκτηση από τους Φράγκους είχε επίδραση στη χώρα, παρ' ότι διήρκεσε λίγο (2). Στη συνέχεια, ο Βυζαντινός Μυστράς επεκτείνεται και κυριαρχεί σε όλη την Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ, όμως, ένα άλλο γεγονός έρχεται να επιδράσει στο παντοιοτρόπως δοκιμαζόμενο Κράτος. Στίφη Αλβανών κατέρχονται από το βορρά και, αφού απωθούν τους ιθαγενείς, καταλαμβάνουν πολλά μέρη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας ακόμα και αυτής της Αττικής. Οι Αλβανοί αυτοί με τον καιρό κατακτούν έδαφος και σε λίγο εγκαθίστανται στα νοτιοδυτικά παράλια της Πελοποννήσου και ιδίως στην Αρκαδία, στα οροπέδια της Μεγαλόπολης και της Μαντινείας, όταν δεσπότης του Μυστρά ήταν ο Μιχαήλ Καντακουζηνός. Μάλιστα, επί δεσποτείας του Θεοδώρου Παλαιολόγου, Αλβανοί εγκαταστάθηκαν και στη Λακωνική. Φαίνεται όμως ότι και αυτοί δεν κατευθύνθηκαν προς το μέρος του Οινούντα αλλά προς τους δήμους Γερονθρών της Λακεδαίμονος και στους δήμους Έλους και ιδίως Ζάρακος και Ασωπού της Επιδαύρου Λιμηράς (3). Συνεπώς, έτσι μπορούμε να προχωρήσουμε υποστηρίζοντας τη γνώμη ότι ο Καρδαμάς διατηρήθηκε μέχρις ότου τελικά κατέρρευσε ολόκληρο το Βυζαντινό Κράτος και υπέκυψε στην Τουρκική δουλεία. Και σ' αυτό το συμπέρασμα οδηγούμαστε στηριζόμενοι στην παράδοση που μας αναφέρει, σχετικά με την κτίση των Βρεσθένων, ότι το χωριό αποτελεί συνέχεια του παλαιού χωριού Καρδαμά. Ο Καρδαμάς λοιπόν σωζόταν μέχρι την υποδούλωση του Ελληνισμού, στα μέσα του 15ου μ.Χ. αιώνα. Όταν το 1453 μ.Χ. οι Τούρκοι κυρίευσαν την Κωνσταντινούπολη, καταλάμβαναν σιγά-σιγά και όλες τις κτήσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Την Πελοπόννησο την κατέλαβαν οι Τούρκοι μετά από παρέλευση πολλών ετών. Είναι σε όλους γνωστό ότι η Κωνσταντινούπολη, η βασιλίδα των πόλεων, έπεσε στα χέρια των Τούρκων στις 29 Μαΐου 1453. Η άλωση της πρωτεύουσας ήταν καίριο πλήγμα για ολόκληρο τον Ελληνισμό, που σιγά-σιγά άρχισε να καταρρέει και να μη μπορεί πλέον ενωμένος να αντιπαραταχθεί εναντίον του εχθρού. Αφ' ενός η απειρία γύρω από τα πολεμικά, για λόγους που τους μελέτησε η ιστορία, και αφ' ετέρου η ψυχολογική κατάσταση των Ελλήνων, μετά την άλωση, ήταν τέτοια, που επέδρασε σ' αυτούς και συνετέλεσε στη γρήγορη υποδούλωση του Ελληνισμού. Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης, όπως γράφει ο Παπαρρηγόπουλος, "επεσκιάσθη ένας κόσμος ολόκληρος πραγμάτων και δογμάτων, ο κόσμος ο Ελληνικός". Και έχει απόλυτο δίκιο. Πριν από την άλωση και ακριβώς τον Οκτώβριο του 1452, ο Μωάμεθ ο Β΄ απέστειλε στρατό στην Πελοπόννησο, για να απασχολήσει τους δεσπότες του Μυστρά Θωμά και Δημήτριο Παλαιολόγους, αδελφούς του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, και να μη μπορέσουν αυτοί να στείλουν βοήθεια στην απειλούμενη πρωτεύουσα. Και το πέτυχε. Για το σκοπό αυτό, είχε στείλει τον Ταραχάν και τους δύο γιους του με στρατό. Ο Ταραχάν, όταν έφτασε στον Ισθμό, συνάντησε αντίσταση από τα Ελληνικά στρατεύματα, τελικά όμως, μετά από μεγάλες απώλειες, εισέβαλε στην Πελοπόννησο και κυρίευσε πολλά μέρη της. Γι αυτό λοιπόν το λόγο οι δεσπότες του Μυστρά δεν μπόρεσαν να στείλουν στρατό από την Πελοπόννησο για βοήθεια της πρωτεύουσας και έτσι ο Μωάμεθ ο Β΄ την κυρίευσε, όπως είπαμε παραπάνω, στις 29 Μαΐου 1453. Όταν έγινε κυρίαρχος της πρωτεύουσας ο Σουλτάνος, διέταξε γενική σφαγή, που διήρκεσε τρεις ημέρες. Δεν προέβλεπε βέβαια την υποδούλωση ολόκληρου του Ελληνισμού, στην οποία προέβη σιγά-σιγά, γιατί δεν διέθετε ολόκληρο το στρατό του για το σκοπό αυτό, δεδομένου ότι υπήρχαν και άλλοι κίνδυνοι τόσο από τους Έλληνες όσο και από τους λαούς της δύσης, τους οποίους φοβόταν ο Μωάμεθ ο Β΄. Το άγγελμα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης και ο θάνατος του Αυτοκράτορα έπεσε σαν κεραυνός στα δυο αδέλφια του, τους δεσπότες του Μυστρά. Πλην όμως, η Πελοπόννησος δεν παραδόθηκε αμέσως στους Τούρκους. Αυτή έγινε θέατρο πολλών μαχών και καταστροφών, άλλοτε μεν από τις διαφορές των δύο αδελφών, που, αν και ορκίστηκαν να είναι μονοιασμένοι και αγαπημένοι, εν τούτοις πολλές φορές ερχόντουσαν σε διαμάχη και συνετέλεσαν στην αποδυνάμωσή τους, άλλοτε από το ξεσήκωμα των Αλβανών που τάσσονταν με το μέρος των Ενετών ή των Τούρκων και άλλοτε από επιθέσεις των Τούρκων. Όλα αυτά συνετέλεσαν στη μείωση της ισχύος των δεσποτών, και ενώ, αρχικά, φάνηκε μια αχτίδα σωτηρίας μέσα στο σκοτάδι, σβήστηκε με το χρόνο και στάθηκε αδύνατο να στηριχθεί η ύπαρξη ανεξάρτητης κυριαρχίας στο Δεσποτάτο του Μυστρά. Έτσι η Λακωνική, που μέχρι τότε αντιστεκόταν, περιήλθε κι αυτή στα χέρια των Τούρκων, εκτός από τη Μονεμβασιά. Και πάλι όμως, το έτος 1687, επί Σουλεϊμάν του Β΄, οι Ενετοί ανέκτησαν την Πελοπόννησο και δεν την εγκατέλειψαν παρά το 1715, επί Αχμέτ του Γ΄, δηλαδή εκατό χρόνια πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Έτσι είχαν τα πράγματα εκείνη την εποχή, τα χρόνια δηλαδή μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Αυτές οι αλλεπάλληλες συμφορές συνετέλεσαν, ώστε ολόκληρο το υπόδουλο πλέον κράτος να μεταρρυθμιστεί τελείως. Τη μεταβολή αυτή επέφερε η λεηλάτηση και η καταστροφή, γιατί όλα τα μέρη ερημώθηκαν και οι κάτοικοι, όσοι γλίτωσαν από τη σφαγή, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και άλλοι μεν εκπατρίστηκαν για να αποφύγουν την οργή του κατακτητή και τον ζυγό της δουλείας, άλλοι, που παρέμειναν, ζούσαν περιπλανώμενοι στα βουνά της τουρκοκρατούμενης χώρας και άλλοι, αφού αιχμαλωτίστηκαν, ή υπέκυψαν στο μοιραίο ή αναγκάστηκαν να γίνουν δούλοι των Τούρκων. *****
|
|
| < Επιστροφή | |